Τα Ανώγεια του Μίνου Αργυράκη

Το ελληνικό κέφι, η ρωμαίικη λεβεντιά κι η ελευθερία γεννήθηκαν στ’ Ανώγεια. Καρφωμένο το χωριό πάνω στα βράχια του Ψηλορείτη, φα­ντάζει περήφανο, αναρχικό. Περιφρονεί τελείως τους κοινωνικούς νόμους που ’φτιαξαν οι άνθρωποι και βρίσκεται αγκαλιά με κάθε νόμο της φύ­σης...

Οι Ανωγειανοί δεν δέχτηκαν ποτέ αφεντικό πάνω απ’ το κεφάλι τους. Ούτε ξένους κατακτητές ούτε ντόπιους δικτάτορες. Δυο φορές έκαψαν το χωριό τους οι Τούρκοι κι οι Γερμανοί το ισοπέδωσαν μια και καλή.

Ξεροκαμένο από τον ήλιο, ζωντανεμένο από τους λεβεντογέρους που κάθονται στα καφενεία, τις όμορφες κοπελιές με τα γκριζογάλανα μάτια που χαμογελούν, τις μαυροφορεμένες γυναίκες-μανάδες, γιαγιά­δες, χαροκαμένες χήρες- και τους νιους με τις μακρές γενειάδες και τις μαύρες πουκαμίσες και τις βαριές μπότες που ’ναι έτοιμες να αρχίσουν τον πεντοζάλη, ν’ ακούσουν τη λύρα και να τραγουδήσουν τις μαντινάδες τους, με μια λέξη: να πετάξουν ψηλά πάνω απ’ τα καθημερινά. Το χωριό απάνω, η Πέρα Χώρα λίγο πιο κάτω, είναι γελαστό μέρα νύχτα ενώ ο Άλμπερτ Σβάιτσερ (θέλω να πω ο Δήμαρχος) πηγαινόρχεται πάντα αμίλητος, σκεπτικός. Ούτε λόγους βγάζει ούτε την εξουσία παριστάνει...

Κάθομαι το δειλινό στην πιο όμορφη πλατεία της Κρήτης. Την πλα­τεία του Αϊ-Γιώργη. Μια πλατεία που τριάντα χρόνια έχω να δω στην Ελ­λάδα. Στη μέση μια μικρή εκκλησία με το καμπαναριό της είναι σαν να φυτρώνει μες στα λουλούδια και τις γλάστρες, άσπρη, καθαρή. Από μέσα ακούγονται διακριτικά οι ψαλτάδες να μουρμουρίζουν ευλαβικά τον εσπε­ρινό. Η χριστιανική πίστη εδώ είναι αληθινή, μυρίζει λιβάνι, γάλα, γιασεμί και γλυκό του κουταλιού. Όλα απλά, ανθρώπινα. Ούτε στόμφος, ούτε θαύματα. Καμιά υποκρισία.

Καθώς πέφτει ο ήλιος κι αρχίζει η βασιλεία του φεγγαριού, οι φωνές των ψαλτάδων αραιώνουν, χαμηλώνουν, τέλος σβήνουν... Στην πλατεία, ανάμεσα σ’ ένα άγαλμα, φυτεμένο κι αυτό μέσα σε λουλούδια και πράσινο, οι Ανωγειανοί, γέροι, γριές, νέοι, παιδιά και μωρά, έχουν γεμίσει τα τέσσερα πέντε καφενεία και πίνουν την τσικουδιά τους, τρώνε το παγωτό τους. Σιγά σιγά μια παρέα μπαίνει στη μέση κι οι μαντινάδες και οι λύρες παίρνουν τη θέση των εσπερινών που μόλις τέλειωσαν. Είναι σαν να συνεχίζουν με άλλο τρόπο την ψαλμωδία... Σε λίγες ώρες η Ανωγειανή, η Κρητικιά τρέλα, αυτό το εθνικό προϊόν του νησιού, έχει ανάψει! Οι  γυναίκες έρχονται κοντά με μπουκάλια από τσικουδιά, στέκονται πάνω απ’ τα κεφάλια, απ’ τις μαντίλες των αντρών και γεμίζουν τα ποτήρια… Έχει περάσει πολλή ώρα... Κανείς δεν κουράζεται!... Μόνο εμείς οι «πρωτευουσιάνοι» πάμε για ύπνο... Στις 2 το πρωί...

Όταν βγήκα το πρωί, στις οκτώ, από το σπίτι η χτεσινή παρέα συνέχιζε το τραγούδι και τη λύρα!... Οι γυναίκες τούς πότιζαν. Όποιος περνούσε τον φώναζαν, τον κερνούσαν, τον κάθιζαν στο τραπέζι... Ύστερα τα μάζεψαν, πήγαν σ’ άλλη γειτονιά, συνεχίζοντας το γλέντι και τέλος, το απόγευμα, πάλι τους βρίσκω στην πλατεία, πιο φουντωμένους, πιο κεφάτους παρά ποτέ... Τραγουδούν, αυτοσχεδιάζουν: «... η Φύση τέσσερις φορές αλλάζει μισοφόρι...». Η λύρα παίζει, αυτοί κράζουν μαντινάδες «...Να “χα τις πλεξούδες σου μια νύχτα μαξιλάρι κι ας ήθελε το πρωί ο χάρος να με πάρει...». Όλα για τον έρωτα και για τις κοπελιές: «...Η μάνα σου σε γέννησε μέσα σε μια κυψέλη, γι΄ αυτό το σώμα σου είναι γεμάτο μέλι!...». Ένας πιο κάτω σηκώνει το ποτήρι : «...Γαμώ την Παναγία σου!...»

Μα κείνος που είναι η ρίζα κι ο καρπός, όχι μόνο των Ανωγείων μα ολόκληρης της Κρήτης, είναι ο Αντώνης Ψαραντώνης. Ο αδερφός του Νίκου του Ξυλούρη. Είχα χρόνια να τον συναντήσω. Τον είδα να κάθεται σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Σε λίγο βρισκόμασταν σε μια κορυφή μακριά απ’ το χωριό. Πίσσα σκοτάδι. Κανένα φως. Μονάχα το μισοφέγγαρο και τ’ άστρα. Και η μουσική του, και η φωνή του, κι η λύρα του... Οπτικοακουστική πανδαισία!... Άκουγα το τραγούδι κι ήταν πότε σαν να μου χάιδευε τ’ αυτί, πότε ένα ουρλιαχτό, ένας λυγμός να με τρομάζει. Δεν μιλάει πολύ. Η μορφή του, θεϊκή σαν του Δία, είναι σαν τα βράχια της σπηλιάς στο Ιδαίον Άντρον ψηλά στον Ψηλορείτη. «Εκεί πήγα χτες το βράδυ...», μου λέει κι η έκφραση του είναι σαν να πήγε στον Παράδεισο!...

Αναρωτιέμαι γιατί δεν τον ακούμε καθημερινά στο ραδιόφωνο ή μια φορά τη βδομάδα στην τηλεόραση; Γιατί να γυρίζει μήνες στην Ευ­ρώπη και να δίνει συναυλίες στην τηλεόραση στην Κολωνία, στο Μόναχο, στο Βερολίνο και το Αμβούργο; Πρέπει να πηγαίνουμε στα Βουνά να τον ακούσουμε;

Μια νύχτα στις τρεις σ’ ένα κοντινό τον ξανάδα να παίζει σ’ αρραβωνιάσματα. Κάπου τρακόσιοι καλεσμένοι. Έπαιζε και τραγουδούσε. Είχε αγκαλιάσει τη λύρα σαν να ’ταν μωρό και το φιλούσε. «Έτσι πρέ­πει...», μου ψιθύρισε.

Φεύγοντας από τα Ανώγεια πάμε να τον αποχαιρετήσουμε. Έφευ­γε για ένα άλλο χωριό, κοντά στο Ηράκλειο, για ένα γάμο. Μας κράτησε λίγο. Η γυναίκα του ευγενικιά και πρόθυμη να μας φιλέψει.

Φρούτα, παξιμάδια, τυρί, αυγά, τσικουδιά, κατσίκι, πατάτες, μας γέμισε τη σακούλα, ενώ ο Ψαραντώνης μας έδειχνε τα λαγούτα, τις λύ­ρες και μας έπαιζε πότε πότε, ενώ οι τρεις πανέμορφες κορούλες τους μπαινόβγαιναν βοηθώντας τη μάνα κι ο γιος ετοιμαζόταν να πάει μαζί του. Μας κατέβασε στο Ηράκλειο κι έτσι η τελευταία γεύση, οπτική και ακουστική, ήταν η φαμίλια των Ξυλούρηδων, ο Αντώνης Ψαραντώνης και η φωνή του...

Λένε πως η Κρήτη είναι κάτι ξεχωριστό στην Ελλάδα... Δεν είναι κάτι άλλο. Είναι η ρίζα της Ελλάδας που χάνουμε κάθε μέρα. Άνθρωποι σαν τον Ψαραντώνη μας φέρνουν χρόνια πίσω και χρόνια μπροστά.

Κι ας μην ξεχνάμε, ο Χατζιδάκις ήταν αυτός που τον ονόμασε, με το δίπλωμα που του ΄δωσα, πρώτο λυράρη της Ελλάδας...

Μίνως Αργυράκης