Χριστούγεννα

Αφηγείται - περιγράφει παλιός γεωργός, ο Γιαννιός Πασπαράκης

Όπως ο κτηνοτρόφος είχε τα οζά ντου στ' αόρι και φύλαγε για το Πάσχα ένα-δυο βυζαστάρια, έτσι και ο γεωργός, και ο κτη­νοτρόφος βέβαια, αλλά επί το πλείστον ο γεωργός, ητονε υποχρεωμένος, τον έκανε η εποχή, η φτώχεια, να αναθρέφει ένα γου­ρούνι για να το κάμει χοίρο να τονε σφάξει τα Χριστούγεννα.

Παραμονές των Χριστουγέννων, εμονοιάζανε οι αθρώποι, οι γειτόνοι, 5- 6 άτομα... 10 άτομα, για να σφάξουνε. Σήμερα μπορεί να τονέ σφάξει ένας, μα τότε ήτανε δύσκολο. Χρειαζότανε πολλοί και μάλιστα ένας τεχνίτης. Μετά τονέ μαδούσανε το χοίρο, αφού του ρίχνανε βραστό νερό, και όταν τελειώνανε οι σφακτάδες, τρώγανε το συκώτι τηγανισμένο με μπόλικο ξίδι και αρισμαρί. Μετά τα Χριστούγεννα εμονοιάζανε πάλι για να κόψουνε το χοίρο. Σημερο κόβγανε το δικό μου, αύριο του αλλουνού. Τον εκάνανε πολλώ λογιώ. Εκάνανε την τσιρλαδιά-από την κεφαλή. Μετά έκοβε το Μαγουλίτη: έβγανε τη λουρίδα γύρω από το λαιμό μαζί με την προβιά, χωρίς το κόκκαλο -το χάραζε, το 'βανε στο ξίδι 5-6 μέρες και μετά το κρέμανε στον καπνό. Έγδερνε το χοίρο και έβγανε τσι προβιές λουρίδες-λουρίδες στενές και τσι ψηνε και τσι βανε μετά σ' ένα δοχείο και τσι σκέ­παζε με τη γλύνα. Έβγαζε από κάτω το λίπος και αυτό σε λουρίδες, το κοβε σε κύβους μεγάλους, το βανε να σιγοψηθεί σ' ένα μεγάλο τσικάλι. Ό,τι έμενε χωρίς να λιώσει, ξεροψηνόταν, και αυτό ήταν οι ισιγαρίδες. Το λίπος που έλιωνε ήταν η γλίνα. Βγάνανε χα απάκια από το ψαχνό του χοίρου από το μερί και την κουτάλα. Τα πλευρά με λίγο ψαχνό τα βάνανε και αυτά στο ξίδι με μυρωδικά, όπως και τα απάκια, και μετά τα καπνίζανε, και αυτό λεγότανε μπάφα. Κάνανε τα σύγλινα. Κά­νανε τα λουκάνικα: κόβανε το κρέας μαζί με λίπος ψιλό-ψιλό με το μαχαίρι, παλιά, δεν είχανε μηχανές, το βάζανε και αυτό στο ξίδι με μπόλικα μυρωδικά (πιπέρι-κύμινο-πορτοκαλόφυλλο), το αφήνανε 2-3 μέρες στο ξίδι και μετά γεμίζανε με αυτό τα άντερα του χοίρου (που τα χανε βάλει κι' αυτά στο ξίδι) και τα κρεμούσανε σ' ένα ξύλο ψηλά πάνω από τη φωτιά. Ανάβανε μια αγκαραθιά για να βγάλει πολύ καπνό να τα στεγνώσει και τα αφήνανε μέρες.

Δεν πετούσανε τίποτα. Με το χοίρο περνούσανε όλες τις γιορτές και πιο πέρα, γιατί διατηρούντανε, όπως τον εφτιάχνανε. Να πούμε κι' ένα άλλο. Εβοηθούσανε ο ένας τον άλλο τότε, και δα, μα τότε πιο πολύ. Εδίδανε από ένα κομμάτι χοίρο σε συγγενείς και γειτόνους που δεν είχανε. Εδώ τέλειωσε η αφήγηση..

(O Γιαννιός Πασπαράκης μόλις που πρόλαβε να μας πει όλα αυτά τα χρήσιμα και ωραία. Έφυγε στα 85 του τον Οκτώβρη του 2004)

Η φούσκα του χοίρου μετατρέπεται σε μπαλόνι από τα παιδιά. Αδειασμένη και στη συνέχεια φουσκωμένη θα γίνει το παιχνίδι τους όσο κρατήσει. Και κρατούσε πολύ.

Να κι' άλλο παιχνίδι από το χοίρο: το κατωσάγουνο-γάιδαρος. Το κόκκαλο από το κατωμάσελο δένεται στο μέσον με ένα σχοινάκι και μετασχηματίζεται στη φαντασία των παιδιών σε γάιδαρο. Τον έσερναν στα σοκάκια της γειτονιάς και ένιωθαν ευχαριστημένα.                                                                       

Συνταγή Χριστουγέννων

Άλλες θεματικές Ενότητες

Γυναίκα

Βοσκοί

Γάμος

Παραδοσιακά Παιχνίδια

Απόκριες