Μαρτυρίες Γυναικών

H κόρη μου πάει στην Α Δημοτικού. Σκύβω από πάνω της με υπομονή, όπως έκανε και για μένα η δική μου μάνα. Δεν είναι μόνο τα πρώτα γράμματα που θέλω να της μεταδώσω. Αλλά τις αξίες της ζωής, αυτές που μας δίδαξαν οι μανάδες μας και σ' κείνες οι δικές τους μάνες. Το φιλότιμο, την τιμιότητα, την ελευθερία στο λόγο. Να σπουδάσει, όπως θέλει κι εκείνη, μα πάντα να κουβαλά μέσα της ό,τι πιο ανθρώπινο και περήφανο έχει ετούτος ο τόπος να της δώσει. Πάντα θα αγωνιώ: σ' αυτή τη νέα απαιτητική εποχή που θα ζήσει το παιδί μου αν δεν μπορέσουν να το κρατήσουν ισορροπημένο οι δικές μας αξίες, τι θα μπορέσει να το κρατήσει;

.................

Όταν ήρθαν οι Γερμανοί στ' Ανώγεια είχαν διαταγή να σκοτώσουν όλα τα γυναικόπαιδα. Ήμασταν πολλοί και τελικά μας άφησαν να ζήσουμε. Εγώ είχα τρία παιδιά, κι ήμουν 8 μηνών έγκυος. Ο άντρας μου ήταν στα όρη στσ' ανταρτοσύνες. Πήγαμε στα σπίτια μας για να πάρουμε ό,τι μπορούσαμε και να φύγουμε. Στην εκκλησία του Αγ. Νεκταρίου μαζεύτηκαν πολλά παιδιά κι όπως τα είδαν οι Γερμανοί στρατιώτες, πυροβόλησαν και όποιο έπιανε η σφαίρα. Κι έπαιξε στο παιδί μου. Επήγα εκεί που ήτονε, το σήκωσα, το ακούμπησα στα γόνατά μου κι εκεί ξεψύχησε. Με τα δάκρυά μου έπλυνα το νεκρό παιδί μου. Ούτε να το θάψω δε μ' άφησαν. Μου 'βαλε ο Γερμανός το τουφέκι στο μπέτη και μ' απείλησε. Δεν έπρεπε να φύγω τότε. Ας με σκοτώνανε. Όμως τι να 'κανα; Με ένα παιδί στην κοιλιά, άλλο στην αγκαλιά κι ένα να σέρνεται στα φουστάνια μου μάς πήγαν με τα πόδια, μαζί με τ' άλλα γυναικόπαιδα στο Γενί Γκαβέ. Σκληρή ζωή... Από το '40 φορώ το μαύρο μαντήλι. Να μην ξαναρθούνε, παιδί μου, αυτές οι εποχές...

..................

Κάθε στιγμή της ζωής μου αισθάνομαι την ανάγκη της παρουσίας σου. Να ακουμπήσω πάνω στο σίγουρο βλέμμα σου όλες μου τις έννοιες. Και φεύγοντας από μπροστά σου να αισθάνομαι πιο δυνατή πιο σίγουρη για την επόμενη δοκιμασία.

..................

Παντρεύτηκα κι αμέσως άρχισα κι έκανα παιδιά. Ο άντρας μου ήτσνε φτωχός κι ήμουνε κι εγώ φτωχιά. Έστεσα λοιπόν το αργαστήρι κι έφαινα. Δύσκολη ζωή. Έπρεπε να πλύνω, να ζυμώνω, να κάνω το φούρνο, να βοηθώ τα κοπέλια μου στα γράμματα, αλλά ήτονε η μεγαλύτερη μου ευχαρίστηση να βρεθώ μια στιγμή χωρίς βάσανα να μπω στο αργαστήρι. Ητονε τότες χαρά να συνδυάζω τσι κλωστές μου, να μπλέκω τα χρώματα, να βλέπω να ζωντανεύουν απ' τα χέρια μου, σαϊτιά στη σαϊτιά, τα ξόμπλια που γεννήθηκαν στη φαντασία μου, λουλούδια και πουλιά, ο Ερωτόκριτος κι η Αρετούσα. Ξαλάφρωνε η καρδιά μου, ξέδινα τότες και λιγάκι κι άρχιζα και τραγούδαγα τον Ερωτόκριτο, τραγούδια τση εποχής κρητικά, κι ήτανε μια διασκέδαση παρόλο τον κόπο τση ημέρας.

Έβρισκα τον εαυτό μου, ηρεμούσα. Άλλες φορές πάλι με έβγανε και στο κλάμα.

Από βραδιά σε βραδιά το τραγούδι γινόταν πιο ζεστό, πιο ερωτικό. Κι εγώ περίμενα με γλυκό καρδιοχτύπι τη νύχτα για ν' ακούσω τα ερωτικά μυστικά και το μαντολίνο. Και κάθε βράδυ ν' αναρωτιέμαι θα έρθει κι απόψε;

..................

Μια ζαριά είναι ο γάμος που άμα πετύχει πέτυχε» έτσι λέγαν οι παλιοί. Έτσι παντρευόμασταν όλες. Ονειρευόμασταν την καλύτερη ζωή, την ελευθερία από την κηδεμονία του αυστηρού πατέρα.

Τον άντρα που θα μας έβλεπε, από μακρυά πάντα, αλλά θα μας αγαπούσε, θα άλλαζε τη ζωή μας. Τιμημένα αλλά και ονειρικά. Όταν ερχότανε η «ώρα η καλή» υπήρχε πάντα ο φόβος και το χτυποκάρδι. Θα ταιριάξουμε; θα είναι πραγματικά αυτός ο σύντροφος της ζωής μου;

Δεν έχω παράπονο. H αγάπη δεν ήρθε με την πρώτη ματιά αλλά ήρθε σιγά σιγά. Και νομίζω ότι έτσι ριζώνει καλύτερα.

..................

Μεγάλωσα σε φτωχή οικογένεια. Με αφήκανε και πήγα μέχρι την Τετάρτη τάξη του δημοτικού, ύστερα πόρισα και παράλαβα τις γεωργικές δουλειές.

Έκατσα στο σπίτι μας 16 χρόνια χαρούμενα/Υστερα παντρεύτηκα κι έρχομαι επαέ κι ήταν αρρωστάρης ο άντρας μου 22 χρόνους. Το '55 εμπήκα μαμή γιατί ήτονε η Ντερτζήνα, και πόθανε. Και ως επόθανε, το βάλανε στο νου ντωνε ο Μανούσος με τον παπα-Γιώργη να με κάμουνε μαμή. «Εσύ δεν είσαι για το λιομάζωμα, είσαι για την κοινωνία καλή». Νερό δεν ήτονε, ούτε σαπούνι, σκόνες, και οι γυναίκες δεν είχανε πανιά να τυλίξουνε τα παιδιά ντωνε. Και θελά πάρω από τη μια αν είχε δυο πανιά να τα πάω τσ' αλλής να τυλίξει το κοπέλι.

Τι να φάνε αυτές και τι να δώσουνε εμένα. Μια χαχαλιά κριθάρι, μια αγκαλιά ξύλα. Εγύριζα στα χιόνια. Τότεσάς εγεννούσανε οι γυναίκες δυο - δυο την ημέρα. Κουραζόμουν αλλά δε μ' ένοιαζε, ήμουνε  ζωηρή, είχα αντοχή. Πήγαινα σ' όλο το χωριό, απ' τη μια άκρη ως την άλλη με βροχές, κρυγιότες, χιόνια. Μοναχή τη νύχτα πήγαινα μα δε φοβούμουνε. Μ' άρεσε η δουλειά. Αμέτρητα τα παιδιά που "έπιασα". Αλλά χαλάλι να είναι στο χωριό γιατί μου το γνωρίσανε οι αθρώποι.

..................

 

Επίλογος

Συνεχίζοντας τη συνεργασία μας για τρίτη χρονιά με σκοπό τη διατήρηση και ανάδειξη των ιδιαίτερων στοιχείων του τόπου μας, αυτών που αποτελούν την πολιτιστική μας ταυτότητα, θεωρήσαμε χρέος μας στο φετινό ημερολόγιο να αποτίσουμε φόρο τιμής στην Ανωγειανή Γυναίκα.

Αυτή που σήκωσε ένα μεγάλο μέρος από το φορτίο της Ιστορίας του τόπου μας και το μετέφερε ως τις μέρες μας αντάξια στο βάρος του. H δύναμή της γίνεται έμπνευση για μας. Οι αξίες της, η μεγαλοσύνη της, η αντοχή της στις δυσκολίες που έχει ζήσει το χωριό μας μεταφέρονται από γενιά σε γενιά ως εμάς και τα παιδιά μας σαν παραδείγματα φωτεινά και παρακαταθήκη για το μέλλον.  

Για την επίτευξη της παραπάνω προσπάθειας φωτογραφίσαμε Ανωγειανές γυναίκες, καταγράψαμε εμπειρίες, όχι μόνο αυτών που παρουσιάζονται σ' αυτό το ημερολόγιο, αλλά και άλλων γυναικών και προσπαθήσαμε να συνδέσουμε κείμενα και εικόνες, ώστε να αποδώσουμε, όσο μας επιτρέπει η περιορισμένη έκταση ενός ημερολογίου, στιγμές από τη ζωή της κάθε Ανωγειανής. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε μια γυναικεία μορφή, την Κατερίνη Βρέντζου -τη γνωστή σ' όλους μας μαμμή - που η προσφορά της στον τόπο μας αναγνωρίζεται από όλους.

 

 

ΚΑ.Π.Η Δήμου Ανωγείων &

Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων Δημοτικού Σχολείου και Νηπιαγωγείων Ανωγείων.

Επιμέλεια υλικού, συνεντεύξεις: Ρίτα Σουλχάχου, Ρένα Νταγιαντά.