Στιβάνια

Οι χειροποίητες κρητικές μπότες (στιβάνια) αποτελούν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της παραδοσιακής τοπικής ενδυμασίας και είναι το μόνο τμήμα της που  εξακολουθεί να «επιζεί» μέχρι και σήμερα και να φοριέται από τους άνδρες ως κύριο υπόδημα καθημερινό ή σχολιανό το χειμώνα.

Στ΄ Ανώγεια υπήρχαν πάντοτε και εξακολουθούν να υπάρχουν δεξιοτέχνες τσαγκάρηδες που κατασκεύαζαν και κατασκευάζουν στιβάνια, όχι μόνο για τους ντόπιους αλλά και για πολλούς επισκέπτες στους οποίου άρεσαν τα υποδήματα αυτά, επειδή εκτός από όμορφα και κομψά είναι  ιδιαίτερα ανθεκτικά και άνετα. Το μεγάλο τους πλεονέκτημα είναι φτιάχνονται πάνω στο πόδι του ενδιαφερόμενου  και προσαρμόζονται απολύτως στις όποιες ιδιομορφίες του ποδιού.

Αναδρομή

Κατά μία εκδοχή η λέξη «στιβάνι» προέρχεται από την ιταλική «stivale», που σημαίνει  μπότα και προέρχεται, πιθανότατα, από την περίοδο της Ενετοκρατίας. Τα στιβάνια ήταν ανέκαθεν  το κύριο υπόδημα του Κρητικού, ο οποίος το χρησιμοποιούσε στο χωράφι ή στο βουνό αλλά και στην καθημερινή του ζωή. Ήταν ιδιαίτερα ανθεκτικό στις καταπονήσεις και ψηλό μέχρι το γόνατο, περίπου, ώστε  να προστατεύει από τα αγκάθια, το χιόνι, τη λάσπη και να μην σκίζεται στις πέτρες. Για να αντέχουν στην άγρια χρήση τους τα στιβάνια των χωρικών ήταν φτιαγμένα από σκληρό μοσχαρίσιο δέρμα (βακέτα). Αντίθετα τα στιβάνια των κατοίκων της πόλης, που τα χρησιμοποιούσαν όταν επισκεπτόταν την εξοχή, ήταν πιο ελαφριά αφού ήταν φτιαγμένα από μαλακό δέρμα.

Στα  Ανώγεια και στα Σφακιά οι βοσκοί φορούσαν τους ''δόμους'' (αρχαία ελληνική λέξη που σημαίνει τεχνική στρώση από πέτρες, πλάκες ή πλίνθους στη τοιχοποιία). Τα στιβάνια αυτά είχαν ενισχυμένα πέλματα που αποτελούνται από δυο και τρεις στρώσεις από προβιές ζώων, ή ακόμη και από πετσί κάπρου. Το χαρακτηριστικό των δόμων  ήταν ότι είχαν δυο «τακούνια», ένα στη φτέρνα αλλά και μια επιπλέον ενίσχυση στο μπροστινό μέρος, η οποία του βοηθούσε πολύ στο σκαρφάλωμα στα βράχια.

Τα καθημερινά στιβάνια ήταν μαύρα ή κόκκινα, είχαν πιο λεπτό πέλμα και ήταν φτιαγμένα από λεπτότερο δέρμα. Τα «σχολιανά» ήταν επίσης μαύρα ή και άσπρα και είχαν πάνω τους τρυπητά σχέδια.

Ο Γάλλος βοτανολόγος  J. Pitton de Tournefor που επισκέφτηκε την Κρήτη στα 1700 γράφει: «Δεν βλέπεις κανέναν σε τούτο το νησί που να μην είναι καλά παπουτσωμένος, αντίθετα με τους χωρικούς της Ευρώπης όπου οι περισσότεροι έχουν τα πόδια τους μισόγυμνα. Μέσα στις πόλεις φορούν σκαρπίνια από μαροκινό δέρμα κόκκινο πολύ καθαρά και ελαφρά. Στην εξοχή φορούν μποτίνες από το ίδιο πράγμα, που διαρκούν χρόνια  ολόκληρα και είναι καλά ποδεμένοι, όπως οι Αρχαίοι Κρήτες του Ιπποκράτους. Ο περίφημος αυτός γιατρός μιλεί για υπόδηση πολύ βολική και ο Γαληνός πως ανεβαίνει έως τη μέση της κνήμης...»

Το παλιό τσαγκάρικο

Ένα από τα πιο διαδεδομένα επαγγέλματα (που ήταν πάρεργο αρχικά) από τα παλιά χρόνια, ήταν το τεχνικό επάγγελμα του τσαγκάρη, που ασκούνταν για πολλά χρόνια υπό τη μορφή οικοτεχνίας.

Για τη δημιουργία και λειτουργία τσαγκάρικου χρειάζονταν ορισμένα έπιπλα-σκεύη και εργαλεία, είτε επρόκειτο περί οικοτεχνίας, είτε περί αγροτοβιοτεχνίας. Τα στοιχειώδη έπιπλα και σκεύη του τσαγκάρικου ήταν οι κοινές καρέκλες που καθόταν ο τσαγκάρης και τα τσιράκια (καλφάδες-μαθητευόμενοι - βοηθοί), ο πάγκος του, ένα ξύλινο έπιπλο-τραπέζι σε τετράγωνο σχήμα τριγυρισμένο με ξύλινο περβάζι, που εξείχε προς τα πάνω, για να μην πέφτουν τα μικρά εργαλεία που τοποθετούνταν επάνω. Το τραπέζι αυτό ήταν  χωρισμένο στις γωνιές για να μπαίνουν στα σχηματιζόμενα κενά τρίγωνα, χωριστά, τα διάφορα μικρούλικα, που χρησιμοποιούσαν συνεχώς μάστορας και βοηθοί κατά την ώρα της δουλειάς δηλ. οι ξυλόπροκες, τα τελάκια, τα ζαγάρια και οι βιδόπροκες.

Πάνω στον πάγκο υπήρχαν σουβλιά και τσαγκαροβελόνες στη διάθεση του τσαγκάρη και των βοηθών του για να ράβουν τα πανωδέρματα της καλίκωσης. Υπήρχαν ακόμη σφυριά και κατσαμπρόκοι (μικρά καρφάκια περασμένα μέσα από πέτσινο κεφάλι) για να ανοίγουν τις τρύπες στο κατώπετσο, από όπου περνούσαν οι ξυλόπροκες, με τις οποίες γίνονταν η προσαρμογή και η στερέωση του κατώπετσου πάνω στην καλίκωση.

Πλάι και κοντά στον πάγκο υπήρχε ένα μαστέλο γεμάτο νερό, όπου ο τσαγκάρης έβαζε τα πετσιά και τις χοντρές βακέτες για να μαλακώσουν και να είναι ευκολότερη η  παραπέρα επεξεργασία τους. Σε ράφια ή σε κούτελα ραφιών ήταν τοποθετημένα ή κρέμονταν σε σχετικά μεγάλο αριθμό τα καλαπόδια για να μπορεί να βρίσκεται κάθε φορά το καλαπόδι, που αντιστοιχούσε στο ξαμάρι (στα μέτρα) του κάθε πελάτη. Κοντά στα καλαπόδια υπήρχαν και τα σκουπιά μακρύτερα ξύλα ειδικά επεξεργασμένα, που χρησιμοποιούνταν στο φορμάρισμα του καλαμιού (γάμπας) του στιβανιού.

Όταν τελείωνε και η φάση αυτή ολόκληρο το μεσοκατασκευασμένο στιβάνι περνούσε από τα σκουπιά και ακολουθούσε ύστερα το καλαπόδιασμα και το μοντάρισμα του. Κατά το καλαπόδιασμα ο τσαγκάρης εύρισκε πρώτα τα καλαπόδια που αντιστοιχούσαν στο ξαμάρι (μέτρα ποδιού) του πελάτη, τα προσάρμοζε στα μεσοξετελεμένα (μισοτελειωμένα) στιβάνια κι ύστερα τοποθετούσε εσωτερικά από τα πανωδέρματα των μουζακιών και πάνω στα καλαπόδια, τους  πιο λεπτούς πέτσινους πάτους τω στιβανιών.

Ύστερα από το καλαπόδιασμα ακολουθούσε το μοντάρισμα με την προσθήκη της πέτσινης σόλας πάνω στο καλαποδιασμένο στιβάνι. Κατόπιν έπαιρνε ολόκληρο το στιβάνι το στερέωνε με το κατώχι στο γόνατο του με τον πάτο προς τα πάνω και με τη βοήθεια του σφυριού και του κατσαμπρόκου, κάρφωνε τις ξυλόμπροκες γύρω-γύρω στη σόλα και έτσι γινόταν όλα ένα σώμα.

Όταν τελείωνε το κάρφωμα της σόλας έμπαινε το τακούνι και ακολουθούσε το ξεκαλαπόδιασμα με το γάντζο, ένα μικρό εργαλείο που έπιανε το καλαπόδι από την τρύπα που είχε πάνω από τη φτέρνα και το τραβούσε προς τα πάνω και έξω. Μετά το ξεκαλαπόδιασμα ο τσαγκάρης έξυνε τον εσωτερικό πάτο του στιβανιού με τη ράσπα, που έτριβε τις ξυλόπροκες που εξείχαν. Κατόπιν με τη φαλτσέτα συγκούριζε τη σόλα γύρω –γύρω και πελεκούσε από πάνω τις ξυλόπροκες που εξείχαν. Ύστερα με το λαμπούγιο, ένα ξύλινο σκληρό μυτερό εργαλείο ξεχώριζε τη σόλα από το επανώδερμα του στιβανιού και μετά απ΄ αυτό γίνονταν το λουστράρισμα της σόλας με το λυσάκι, ένα επίσης  ξύλινο και σκληρό εργαλείο,  που είχε στις άκρες ένα είδος σκάλας, ώστε να ανταποκρίνεται στο πάχος κάθε είδους σόλας. Μετά το λουστράρισμα της σόλας το στιβάνι ήταν έτοιμο.

Όπως παλιά

Ο παλαιός τρόπος κατασκευής του κρητικού στιβανιού, που περιγράφεται παραπάνω  δεν απέχει και πολύ από τον τρόπο που οι τσαγκάρηδες εξακολουθούν να τα κατασκευάζουν  ακόμα και σήμερα. Με εξαίρεση κάποια πιο σύγχρονα εργαλεία που κάνουν τη ζωή τους πιο εύκολη και την κατασκευή πιο γρήγορη, οι σημερινοί τσαγκάρηδες δημιουργούν με το ίδιο μεράκι και την ίδια αξιοπιστία, χειροποίητα στιβάνια σε πολλά σχέδια με δέρματα διαφορετικής ποιότητας  ανάλογα με τη χρήση τους, τα οποία αντέχουν  για μια ζωή.  Δείτε τα από κοντά!

Σχετικά links

http://www.konios.gr

https://www.youtube.com/watch?v=ElRcTREAxoQ